Ειδική υδρογεωλογική μελέτη για τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων για τη προστασία των υδατικών πόρων του Δήμου Μεσσήνης
Καθορισμός ζωνών προστασίας υδροληψιών και βασικά αποτελέσματα της ειδικής υδρογεωλογικής μελέτης
Η Ειδική Υδρογεωλογική Μελέτη για τη θέσπιση κανονιστικών μέτρων προστασίας των υδατικών πόρων του Δήμου Μεσσήνης εκπονήθηκε στο πλαίσιο των απαιτήσεων των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής και της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, με βασικό αντικείμενο τη λεπτομερή οριοθέτηση των ζωνών προστασίας των σημείων υδροληψίας της Δ.Ε.Υ.Α. Μεσσήνης. Ο κύριος σκοπός της μελέτης ήταν η προστασία τόσο της ποσοτικής όσο και της ποιοτικής κατάστασης των υπόγειων υδατικών συστημάτων, μέσω της θεσμοθέτησης ζωνών ελέγχου γύρω από πηγές και γεωτρήσεις ύδρευσης.

Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, έγινε καθορισμός ζωνών προστασίας Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, σύμφωνα με τη λογική των περιοχών WHPA (Wellhead Protection Areas). Η έννοια της WHPA αναφέρεται στη διαχείριση των περιοχών που περιβάλλουν τα έργα άντλησης υπόγειου νερού, εντός των οποίων είναι δυνατόν να προκύψει ρύπανση και, συνεπώς, να απαιτηθούν περιορισμοί χρήσεων γης και μέτρα πρόληψης ή αποκατάστασης.
Η διεθνής βιβλιογραφία αναγνωρίζει διάφορα κριτήρια για την οριοθέτηση περιοχών WHPA, όπως το κριτήριο της απόστασης, της πτώσης στάθμης, του χρόνου διάνυσης, των ορίων ροής και της αφομοιωτικής ικανότητας του υδροφορέα. Στην παρούσα μελέτη, η λογική του χρόνου διάνυσης αξιοποιήθηκε ως βασική θεωρητική αναφορά, καθώς για την ελληνική πραγματικότητα έχει θεσπιστεί η αντιστοίχιση της Ζώνης ΙΙ με χρόνο διάνυσης 50 ημερών και της Ζώνης ΙΙΙ με τη ζώνη τροφοδοσίας, η οποία στην παρούσα εφαρμογή προσεγγίζεται με χρονικό ορίζοντα ενός έτους. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή παρέχει στις αρμόδιες υπηρεσίες ένα εύλογο χρονικό περιθώριο για τον εντοπισμό, τον έλεγχο και την ανάσχεση ενός πιθανού πλουμίου ρύπανσης, πριν αυτό φτάσει στο έργο υδροληψίας.
Για τον καθορισμό των ζωνών προστασίας της μελέτης αξιοποιήθηκαν πρωτίστως ο τελικός χάρτης τρωτότητας, ο οποίος συντάχθηκε με τη μέθοδο EPIK, καθώς και τα αποτελέσματα της υδροδυναμικής ανάλυσης και της εκτίμησης του ισοζυγίου. Η μέθοδος αυτή κρίθηκε κατάλληλη λόγω του έντονα καρστικού χαρακτήρα μεγάλου μέρους της περιοχής, όπου η αυξημένη υδροπερατότητα, η παρουσία καρστικών δομών και η ταχεία ανανέωση των υπόγειων νερών καθιστούν τους υδροφορείς ιδιαίτερα ευάλωτους σε ρύπανση. Συνεπώς, η οριοθέτηση των ζωνών δεν βασίστηκε μόνο σε γεωμετρικά κριτήρια, αλλά σε σύνθεση υδρογεωλογικών, υδροδυναμικών και κριτηρίων τρωτότητας.
Ζώνη Προστασίας Ι
Η Ζώνη Προστασίας Ι καθορίστηκε ενιαία για όλες τις πηγές και γεωτρήσεις ως κυκλική περιοχή ακτίνας 30 m ανάντη των σημείων εκφόρτισης ή άντλησης. Η ζώνη αυτή αποτελεί τη ζώνη άμεσης προστασίας του υδροληπτικού έργου και προβλέπεται να είναι περιφραγμένη. Εντός αυτής απαγορεύεται αυστηρά κάθε δραστηριότητα, με μοναδική εξαίρεση τις απολύτως αναγκαίες εργασίες για τη λειτουργία, συντήρηση και τεχνική εξυπηρέτηση του έργου υδροληψίας. Η συγκεκριμένη επιλογή αντανακλά τη βασική αρχή της άμεσης απομόνωσης του υδροσημείου από πιθανούς τοπικούς ρυπαντικούς παράγοντες.
Ζώνη Προστασίας ΙΙ για τις πηγές
Για τις πηγές, η Ζώνη Προστασίας ΙΙ διαρθρώθηκε σε δύο υποζώνες. Η πρώτη υποζώνη ορίστηκε ως κυκλική περιοχή ακτίνας 500 m, ενώ η δεύτερη υποζώνη περιλαμβάνει τις περιοχές υψηλής τρωτότητας, όπως αυτές προσδιορίστηκαν με τη μέθοδο EPIK, εφόσον βρίσκονται εντός της ζώνης άμεσης τροφοδοσίας. Η έκταση της Ζώνης ΙΙ για τις πηγές είναι σχετικά μεγάλη, γεγονός που αποδίδεται στην υψηλή τρωτότητα της ανθρακικής μάζας, στις καρστικές δομές και στη γρήγορη ανανέωση των υπόγειων νερών, όπως τεκμηριώθηκε από την υδροχημική και ισοτοπική διερεύνηση της περιοχής.
Λειτουργικά, η Ζώνη ΙΙ αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του πόσιμου νερού από μικροβιολογική ρύπανση, καθώς προσεγγίζει τη λογική της ζώνης των 50 ημερών, αλλά και από ρύπανση που μπορεί να προκύψει από ανθρώπινες δραστηριότητες ή έργα υψηλής επικινδυνότητας λόγω εγγύτητας με την υδροληψία. Για τον λόγο αυτό, εντός της ζώνης αυτής απαγορεύονται δραστηριότητες με αυξημένο ρυπαντικό φορτίο, όπως ενδεικτικά οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και άλλες παρόμοιες χρήσεις υψηλής όχλησης και επιτρέπεται η εγκατάστασή τους, μόνο μετά την εκπόνηση ειδικής υδρογεωλογικής μελέτης η οποία θα αποδεικνύει ότι δεν θα υπάρχει επηρεασμός της υδροληψίας.
Ζώνη Προστασίας ΙΙ για τις γεωτρήσεις με δεδομένα δοκιμαστικών αντλήσεων
Για τις γεωτρήσεις στις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα δοκιμαστικών αντλήσεων, εφαρμόστηκε η ημι-εμπειρική μέθοδος Wyssling (1979), η οποία χρησιμοποιείται για την οριοθέτηση ζωνών προστασίας υδροληψιών με βάση βασικές υδρογεωλογικές παραμέτρους. Η μέθοδος αυτή στηρίζεται στην υδραυλική αγωγιμότητα, στην υδραυλική κλίση, στο κορεσμένο πάχος του υδροφορέα, στην παροχή της γεώτρησης, στην πτώση στάθμης και στον συντελεστή ενεργού πορώδους. Μέσω των σχετικών εξισώσεων υπολογίστηκαν οι αποστάσεις των 50 ημερών ανάντη, κατάντη και πλευρικά του έργου, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση της Ζώνης ΙΙ με ελλειπτική μορφή, επιμηκυμένη προς τη διεύθυνση της υπόγειας ροής.
Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των γεωτρήσεων. Ειδικότερα, για την Τσικουνίδα υπολογίστηκαν αποστάσεις 739 m ανάντη, 88 m κατάντη και 41 m πλευρικά, για τον Άγιο Παύλο 906 m, 45 m και 22 m αντίστοιχα, για το Μαγγανιακό 531 m, 50 m και 25 m, για τη Μπάρκα 876 m, 96 m και 43 m, για τα Διόδια 97 m, 43 m και 21 m, για την Αρχαία Μεσσήνη 329 m, 48 m και 24 m, για την Επισκοπή 91 m, 37 m και 19 m, ενώ για τις γεωτρήσεις Καφού και Αχλαδοχώρι οι αντίστοιχες τιμές ήταν 197 m, 40 m και 20 m. Οι διαφοροποιήσεις αυτές αντανακλούν την ανομοιογένεια των τοπικών υδρογεωλογικών συνθηκών και δείχνουν ότι η Ζώνη ΙΙ στις γεωτρήσεις δεν μπορεί να προσδιορίζεται με ενιαίο τρόπο, αλλά οφείλει να προσαρμόζεται στα χαρακτηριστικά κάθε θέσης.
Ζώνη Προστασίας ΙΙ για τις γεωτρήσεις χωρίς δεδομένα δοκιμαστικών αντλήσεων
Για τις γεωτρήσεις χωρίς διαθέσιμα στοιχεία δοκιμαστικών αντλήσεων, η Ζώνη Προστασίας ΙΙ διαιρέθηκε επίσης σε δύο υποζώνες. Η υποζώνη ΙΙΑ ορίστηκε με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τη δυναμικότητα κάθε γεώτρησης. Για γεωτρήσεις με παροχή μικρότερη των 10 m³/d, υιοθετήθηκε ελλειπτική ζώνη με 500 m ανάντη και 40 m κατάντη του σημείου υδροληψίας. Για γεωτρήσεις με μεγαλύτερη παροχή, χρησιμοποιήθηκε συνδυασμός των εμπειρικών προσεγγίσεων των Wyssling (1979) και Holting (1980), ώστε να προσεγγιστεί ρεαλιστικότερα η έκταση της ζώνης προστασίας παρά την έλλειψη αναλυτικών υδροδυναμικών δεδομένων. Η υποζώνη ΙΙΒ περιλαμβάνει τις περιοχές υψηλής τρωτότητας που βρίσκονται εντός της ζώνης τροφοδοσίας και του υδροκρίτη της εκάστοτε γεώτρησης.
Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο πρακτικό ενδιαφέρον, διότι επιτρέπει την οριοθέτηση προστατευτικών ζωνών ακόμη και σε περιπτώσεις ελλιπών δεδομένων πεδίου, χωρίς όμως να παραγνωρίζει την ανάγκη συνεκτίμησης της τρωτότητας και της δομής του υδροφορέα. Με τον τρόπο αυτό, η μελέτη εξασφαλίζει ότι και οι λιγότερο τεκμηριωμένες γεωτρήσεις εντάσσονται σε καθεστώς προληπτικής προστασίας.
Ζώνη Προστασίας ΙΙΙ
Η Ζώνη Προστασίας ΙΙΙ έχει χαρακτήρα επιτηρούμενης ζώνης τροφοδοσίας και περιβάλλει τις Ζώνες Ι και ΙΙ. Για τις πηγές, η ζώνη αυτή ταυτίζεται ουσιαστικά με τη συνολική λεκάνη τροφοδοσίας του συστήματος πηγών και, κατ’ επέκταση, με τα όρια του υδροφορέα. Για τις γεωτρήσεις, εκτείνεται σε όλη την περιοχή τροφοδοσίας του κάθε υδροφορέα, εντός της οποίας πρέπει να επιτηρούνται οι δραστηριότητες που μπορεί να επιβαρύνουν την ποιότητα των υπόγειων υδάτων. Ιδιαίτερα στην εξεταζόμενη περιοχή, μεγάλο μέρος της Ζώνης ΙΙΙ αντιστοιχεί σε υδροφορείς υψηλής έως μέτριας τρωτότητας, γεγονός που επιβάλλει αυξημένο βαθμό προσοχής στον χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό.
Με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης, στη Ζώνη ΙΙΙ δεν κρίνονται αποδεκτές δραστηριότητες όπως η εγκατάσταση κτηνοτροφικών μονάδων, χώρων διάθεσης λυμάτων και αποβλήτων, κοιμητηρίων, ΧΥΤΑ, διυλιστηρίων, χημικών ή μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και άλλων δραστηριοτήτων υψηλής επικινδυνότητας, όταν δεν συνοδεύονται από κατάλληλες υποδομές επεξεργασίας και σύστημα παρακολούθησης της ποιότητας του υπόγειου νερού. Αντίστοιχα, θεωρείται μη αποδεκτή η διάθεση τοξικών ουσιών, φυτοφαρμάκων, εντομοκτόνων ή άλλων ρυπογόνων υλικών πλησίον καρστικών δομών. Η ρύθμιση αυτή συνδέεται άμεσα με την υψηλή ευπάθεια των καρστικών σχηματισμών και την ανάγκη μακροπρόθεσμης διατήρησης της ποιότητας του υπόγειου νερού.
Ζώνες καθολικού επηρεασμού υδροληψιών
Πέραν των ζωνών προστασίας Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, η μελέτη προσδιόρισε και ζώνες καθολικού επηρεασμού για τα σημεία υδροληψίας, με διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση ανάλογα με τη διαθεσιμότητα δεδομένων. Για τις γεωτρήσεις με δεδομένα δοκιμαστικών αντλήσεων εφαρμόστηκε ο εμπειρικός τύπος του Holting (1980) για τον υπολογισμό της ακτίνας επίδρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στις υδροληψίες Τσικουνίδα, Άγιος Παύλος, Διόδια, Αρχαία Μεσσήνη, Επισκοπή, Καφού και Αχλαδοχώρι, η προκύπτουσα ακτίνα επίδρασης πολλαπλασιάστηκε επί δύο, ενώ για τη Μπάρκα και το Μαγγανιακό χρησιμοποιήθηκε η υπολογισθείσα τιμή χωρίς τροποποίηση. Για τις γεωτρήσεις χωρίς επαρκή στοιχεία, ο καθορισμός των ζωνών καθολικού επηρεασμού βασίστηκε στις κατευθύνσεις του Σχεδίου Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Δυτικής Πελοποννήσου και ειδικότερα στο μέτρο M01B0401, το οποίο ορίζει ελάχιστες αποστάσεις προστασίας ανάλογα με τον τύπο υδροφορέα: 600 m ανάντη και εκατέρωθεν και 300 m κατάντη για καρστικά συστήματα, 400 m ανάντη και 200 m κατάντη για ρωγματώδη συστήματα, και περίμετρο ακτίνας 400 m για κοκκώδη συστήματα ελεύθερης ροής.
Δυνητικές πηγές ρύπανσης και κρίσιμες υδροληψίες
Η συσχέτιση των υπολογισμένων ζωνών προστασίας με τις δυνητικές πηγές ρύπανσης αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της μελέτης. Από την ανάλυση προέκυψε ότι σε αρκετές υδροληψίες εντοπίζονται εντός της Ζώνης ΙΙ ή/και της ζώνης τροφοδοσίας δραστηριότητες όπως κτηνοτροφικές μονάδες, κοιμητήρια, βιομηχανικές δραστηριότητες, ελαιοτριβεία και ΧΑΔΑ, οι οποίες μπορεί να δημιουργούν αυξημένο κίνδυνο για την ποιότητα των υπόγειων υδάτων. Η χωρική αυτή επικάλυψη αναδεικνύει τη σημασία της προληπτικής διαχείρισης και της επιτήρησης των δραστηριοτήτων μέσα στις προστατευτικές ζώνες.
Η μελέτη εντόπισε ως κρισιμότερες περιπτώσεις τη γεώτρηση Δάρα, όπου καταγράφεται βιομηχανική δραστηριότητα εντός της Ζώνης ΙΙ και σε περιοχή υψηλής τρωτότητας, την πηγή Κρύα Βρύση–Πελεκανάδα, όπου εντοπίζεται ΧΑΔΑ πολύ κοντά στην πηγή και εντός ζώνης υψηλής τρωτότητας, τη γεώτρηση Αριστομένη, στην οποία συνυπάρχουν κοιμητήριο, βιομηχανική δραστηριότητα και κτηνοτροφική μονάδα εντός της Ζώνης ΙΙ και της ζώνης τροφοδοσίας, την πηγή Περδικόβρυση, όπου υφίσταται κοιμητήριο σε συνθήκες υψηλής τρωτότητας, καθώς και την πηγή Αγία Σωτήρα, λόγω της παρουσίας ΧΑΔΑ εντός της ζώνης τροφοδοσίας. Για τις περιπτώσεις αυτές προτείνονται ειδικοί έλεγχοι αδειοδοτήσεων, διερεύνηση τρόπων διάθεσης υγρών αποβλήτων, τακτικές χημικές και μικροβιολογικές αναλύσεις, καθώς και στοχευμένες ιχνηθετήσεις όπου κρίνεται απαραίτητο.
Διαχειριστικές κατευθύνσεις και προτεινόμενα μέτρα
Στο πλαίσιο της προστασίας των υπόγειων υδατικών πόρων και της διασφάλισης της ποιότητάς τους, κρίνεται απαραίτητη η εφαρμογή στοχευμένων διαχειριστικών μέτρων εντός των καθορισμένων ζωνών προστασίας των υδροληψιών. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην πρόληψη της ρύπανσης και στον περιορισμό των ανθρωπογενών πιέσεων, ιδίως σε περιοχές αυξημένης τρωτότητας.
Παρά το γεγονός ότι η ποιότητα του υπόγειου νερού κρίνεται κατάλληλη για υδρευτική χρήση, η παρουσία δραστηριοτήτων με δυνητικό ρυπαντικό φορτίο εντός των ζωνών προστασίας καθιστά αναγκαία την εφαρμογή προληπτικών και ελεγκτικών παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η διατήρηση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων υπό καθεστώς ελέγχου, ενώ για την εγκατάσταση νέων δραστηριοτήτων απαιτείται η εκπόνηση ειδικής υδρογεωλογικής μελέτης, η οποία θα τεκμηριώνει ότι δεν προκαλείται υποβάθμιση της ποιότητας του υπόγειου νερού.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στον έλεγχο των κτηνοτροφικών και λοιπών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την παραγωγή υγρών αποβλήτων. Οι δραστηριότητες αυτές οφείλουν να εφαρμόζουν κατάλληλες πρακτικές διαχείρισης και επεξεργασίας αποβλήτων, ώστε να αποτρέπεται η άμεση ή έμμεση επιβάρυνση του υδροφορέα. Παράλληλα, απαιτείται η συστηματική παρακολούθηση της λειτουργίας τους και η συμμόρφωση με την ισχύουσα περιβαλλοντική νομοθεσία.
Για τις περιπτώσεις όπου εντοπίζονται δραστηριότητες υψηλού δυνητικού κινδύνου εντός των ζωνών προστασίας, προτείνεται η διενέργεια τακτικών ελέγχων ως προς την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, καθώς και η αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων τους στα υπόγεια ύδατα. Σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου, θα πρέπει να εξετάζεται η λήψη πρόσθετων μέτρων προστασίας ή η αναθεώρηση των όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων.
Επιπλέον, προτείνεται η ανάπτυξη ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης της ποιότητας και της στάθμης των υπόγειων υδάτων, μέσω της εγκατάστασης κατάλληλου εξοπλισμού καταγραφής σε επιλεγμένα σημεία. Η συνεχής συλλογή και αξιολόγηση δεδομένων θα επιτρέψει την έγκαιρη ανίχνευση πιθανών μεταβολών και τη λήψη διορθωτικών μέτρων.
Τέλος, στο πλαίσιο της ορθολογικής διαχείρισης των υδατικών πόρων, κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων φορέων, καθώς και η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των χρηστών νερού ως προς τη σημασία της προστασίας των υπόγειων υδάτων και της βιώσιμης αξιοποίησής τους.
Συμπερασματικά προκύπτει ότι τα υπόγεια ύδατα από τα οποία τροφοδοτούνται οι υδροληψίες της ΔΕΥΑ Μεσσήνης βρίσκονται σε άριστη χημική και μικροβιακή κατάσταση και η μελέτη αυτή είναι ένα βασικό εργαλείο που θα οδηγήσει στην αειφόρο διαχείριση τόσο της ποιοτικής κατάστασης των υπόγειων υδροφορέων όσο και της ποσοτικής η οποία πλήττεται από τις επαναλαμβανόμενες ξηρασίες των τελευταίων ετών.
Μελετητής
Ευστάθιος Σαμπαζιώτης
Γεωλόγος – Υδρογεωλόγος – Εφαρμοσμένη Περιβαλλοντική Γεωλογία MSc
ΕΚ ΤΗΣ Δ.Ε.Υ.Α. ΜΕΣΣΗΝΗΣ


